Ξύπνησα το πρωί με μια παράξενα καλή διάθεση, σα να έχω αναρρώσει από μια μακρά ασθένεια, που στην περίπτωση μου με κρατούσε σε μια μακροχρόνια ατονία της ψυχής, του αληθινού εαυτού . Εκείνου που ένιωθε μέχρι τώρα μια φυλακή στολισμένη με στολίδια βγαλμένα από παραμυθένια πλούτη. Ρούφηξα το πρωινό αεράκι βγαίνοντας από το σπίτι. Αλήθεια πόσο ταίριαζε με την διάθεση μου, την ευθυμία που με διακατείχε. Εκείνο που με είχε ξαλαφρώσει είναι ότι για πρώτη φορά ένιωθα ελεύθερος και μόνος. Ναι καλά βλέπετε μόνος κι ευτυχής.

Ένα όνειρο με ξύπνησε. Ε και; Τούτο συμβαίνει σε όλους! Ναι μα αυτό το όνειρο είχε κάτι ιδιαίτερο…. Το θυμάμαι! Πόσες φορές έβλεπα όνειρα και δε θυμόμουν τίποτε. Ζήλευα τα αδέλφια μου μικρός, όταν διηγούνταν τα όνειρα τους, ενώ εγώ έξυνα την κούτρα μου μπας και θυμηθώ. Αλλά τίποτε. Γι αυτό σας λέω είναι μοναδικό που θυμάμαι το όνειρο που είδα. Μοναδικό κι ανεπανάληπτο!

Το πρωινό αυτό παίρνω επιτέλους την εκδίκηση  μου για όλα αυτά τα χρόνια της αδελφικής ταπείνωσης… Να που έγινα ικανός όπως όλοι να διηγηθώ ένα όνειρο! Πόσο θα ήθελα να είναι τα αδέλφια μου μπροστά σε αυτό το εξαιρετικό γεγονός.

Σε εκείνο το όνειρο λοιπόν (το θυμάμαι πολύ καθαρά….) βρισκόμουν  στην όχθη ενός ρυακιού, που δεν ήταν πολύ πλατύ, μόλις ένα μέτρο. Στην άλλη όχθη στέκονταν ένα πρόσωπο τυλιγμένο σε ένα φωτεινό μανδύα, σκεπασμένος με μια κουκούλα.  Μια ακαταμάχητη δύναμη με έσπρωχνε προς αυτό το πρόσωπο, μαζί με την επιθυμία να περάσω στην άλλη όχθη και να το συναντήσω. Ξεκίνησα λοιπόν να δρασκελίσω το ρυάκι μα ο χρόνος μου φάνηκε αιωνιότητα. Βρέθηκα να αιωρούμαι από το έδαφος και την στιγμή που άπλωνα το χέρι μου να πιαστώ από το μανδύα του, τότε το πρόσωπο εξαφανίστηκε κι τσαλαβούτησα  στα ήρεμα νερά του ρυακιού. Μια φωνή ακούστηκε από τη μεριά που πριν λίγο στέκονταν ο άγνωστος. « ΤΟ τίΜΗΜΑ  του διαφορετικού είναι η μοναξιά».

Όταν ξύπνησα αυτά τα λόγια τα έκανα κτήμα μου. Κατάλαβα ότι όταν  σκέφτεσαι αλλιώς, όταν δεν ακολουθείς τις πεπατημένες, όταν λειτουργείς με βάση αυτά που νιώθεις κι αντιδράς σε ότι σε ποτίζουν και σε ταΐζουν, τότε πληρώνεις ένα τίμημα…. το να είσαι μόνος.

Να σας εξομολογηθώ ότι αυτό μ αρέσει πολύ!  Είναι τέλειο να νιώθεις μόνος, να ακολουθείς τη γραμμή που έχεις χαράξει, χωρίς να πιέζεσαι από ετερόκλητες δυνάμεις που σε οδηγούν σε καταπίεση. Δεν είναι εύκολο να  κατανοηθεί, όπως δεν είναι εύκολο να περιγραφεί η ελευθερία που σε κατακλύζει όταν απομονώνεσαι . Εντυπωσιακό το τίμημα της μοναξιάς. Κι αυτό γιατί  σε γεμίζει μαγεία, αισθάνεσαι ένα μόνιμο μειδίαμα στα χείλη σου. Πραγματικός θησαυρός αυτό το τίμημα.

Δε δίνεις λόγο, δεν είσαι υποχρεωμένος σε συμβατικές δράσεις που καθημερινά ορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι. Από την άλλη δεν είσαι αντικοινωνικός. Λειτουργείς με βάση τις επιθυμίες σου. Η συμμετοχή γίνεται μετοχή κι όχι φωτογραφικό φλας.  Η πατημασιά σου είναι σταθερή. Δεν σε κυκλώνει ο βούρκος της κοινωνικής ψευτιάς. Πετάς και βλέπεις καθαρά πια το τι κυκλοφορεί κάτω.  Χρειάζεται δύναμη να κάνεις το άλμα προς το άγνωστο, μα είναι το δικό σου άγνωστο κι όχι το γνωστό σιγουράκι των πολλών. Όπου πατάς  είναι πλέον ό δικός σου δρόμος.

Οι πολλοί λαθεύουν; Έχουν άδικο που ακολουθούν αυτό που πιστεύουν; Όχι έχουν τη βούληση και πράττουν… Άλλωστε όπως γράφει ο Γ. Καλπούζος στην Ουρανόπετρα… «Έχει δρόμο που ορίζεις την πατημασιά σου και δρόμο όπου στην ορίζουν άλλοι. Στοχάσου και διάλεξε σε ποιόν θέλεις να πατάς». Έτσι κι αλλιώς μόνοι γεννιόμαστε και μόνοι φεύγουμε!

Ο κατά συρροή ονειροπόλος

Δημήτρης Νούλας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ